Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

Γ. Ιωάννου: "Μες στους προσφυγικούς συνοικισμούς"

Ο Γιώργος Ιωάννου γράφει μικρά κείμενα, καθιερώνοντας τον όρο «πεζογραφήματα» για τις μικροαφηγήσεις του, που έχουν συνήθως  τόνο εξομολογητικό. Με τα πεζογραφήματά του δεν αποσκοπεί στην πλοκή αλλά στην αναβίωση, μέσω της μνήμης και της παρατήρησης, ενός περιβάλλοντος, αυτό της Θεσσαλονίκης, που το συνθέτει με βασικό υλικό τα βιώματά του. Το ύφος του είναι προσωπικό και οι καταστάσεις αποτυπώνονται μέσα από την εξομολόγηση. Τα πεζογραφήματά του σχετίζονται  με τη ζωή του και παρουσιάζουν μια μεταπλασμένη ζωή, κάτι μεταξύ αυτοβιογραφικού και φανταστικού. Βασικός του στόχος είναι η καταγραφή της πραγματικότητας χωρίς να διστάζει να μιλά ωμά για τους υπεύθυνους των προβλημάτων της κοινωνίας. Το πεζογράφημά του Ιωάννου ανασυνθέτει περιστατικά και αναμνήσεις μέσα στον ορισμένο χώρο και χρόνο της αφήγησης. Τα πράγματα αποτυπώνονται με μέσο την εξομολόγηση, ο χαρακτήρας περνά σε δεύτερη μοίρα, ενώ η αφήγηση, που είναι πρωτοπρόσωπη, έχει χαρακτήρα καταγραφικό ή και χρονογραφικό.

Αφηγηματικές τεχνικές
1. Η μονομερής ή μονοεστιακή αφήγηση: αναφέρεται αποκλειστικά στην εσωτερική ζωή ενός μόνο προσώπου και τα υπόλοιπα αφηγηματικά πρόσωπα, αν υπάρχουν, δίνονται εξωτερικά. δηλ. τα ακούει ή ακούει να μιλούν άλλοι γι’ αυτά.
2. Τεχνική του διασπασμένου θέματος: το θέμα δεν παρουσιάζει ενότητα με την κλασική έννοια αρχής, μέσης και τέλους αλλά σχηματίζεται από θεματικές ψηφίδες που συνδέονται εσωτερικά μεταξύ τους. Τα κείμενά του αποτελούνται από στιγμιότυπα που τον εντυπωσίασαν ή τον σημάδεψαν με τρόπο που για να λυτρωθεί απ’ αυτά πρέπει να τα εξομολογηθεί.
3. Η σύνθεση του χρόνου των πεζογραφημάτων: σύνθεση διαφόρων χρονικών στιγμών (παρόντος – παρελθόντος).

Χαρακτηριστικά στοιχεία
1. υποβλητικότητα: θυμίζει την ανθρώπινη φωνή της καθημερινής ομιλίας
2. καθαρότητα: είναι αυθεντικός και γνήσιος μακριά από εντυπωσιασμούς και μελοδραματισμούς
3. εκφραστική ακρίβεια
Γόνος προσφυγικής οικογένειας που είχε εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη, παρουσιάζει τα βιώματα και τις αντιλήψεις του σχετικά με τους πρόσφυγες στο πεζογράφημά του «Μες στους προσφυγικούς συνοικισμούς», που ανήκει στη συλλογή «Για ένα φιλότιμο» (1964). Παρά το γεγονός ότι το πεζογράφημα έχει ως κεντρικό θέμα την παρουσία των προσφύγων στην ελληνική κοινωνία, ο συγγραφέας θίγει και άλλα προβλήματα της σύγχρονης εποχής, όπως η μοναξιά μέσα στις μεγαλουπόλεις.
Χώρος του πεζογραφήματος είναι η Θεσσαλονίκη που θεωρείται κατεξοχήν      προσφυγική πόλη, ενώ ο χρόνος δηλώνεται με το έτος 1964 που ανήκει στην κατεξοχήν δεκαετία του φαινομένου της μετανάστευσης.






Ανάλυση του κειμένου

Ενότητες
 
Α΄ ενότητα: «Στέκομαι και κοιτάζω … συναντημένα»→ οι θαμώνες του ορισμένου καφενείου
Ο συγγραφέας ξεκινά τις σκέψεις του για τους πρόσφυγες από μια καθημερινή σκηνή, τα παιδιά που παίζουνε μπάλα έξω από ένα καφενείο. Με συνειρμικό τρόπο και λειτουργώντας αντιθετικά, ο συγγραφέας από τα παιδιά και τον τόπο του παιχνιδιού τους μεταβαίνει στους μεγάλους που είναι οι θαμώνες του διπλανού καφενείου. Ο αναγνώστης εντάσσεται από την αρχή στο χώρο: «Κάθομαι στο ορισμένο καφενείο» και έρχεται σε γνωριμία με τα πρόσωπα (παιδιά – μεγάλοι) που παρουσιάζονται με τρόπο συγκεκριμένο και γνωστό αλλά αόριστο γι’ αυτόν και έτσι έρχεται σε κάποια αμηχανία και απορία. Ωστόσο, με το συγκεκριμένο τρόπο αναφοράς του συγγραφέα σε χώρο και πρόσωπα επιτυγχάνεται η εξοικείωση του αναγνώστη μ’ αυτά και κατ’ επέκταση, η αμεσότητα. Οι θαμώνες παρουσιάζονται αληθινοί γιατί είναι κουρασμένοι. Η κούραση και η δουλειά ταιριάζουν σ’ αυτούς τους ανθρώπους και τους προσδίδουν αυθεντικότητα και γνησιότητα, αφού συμβαδίζουν με τις ταλαιπωρίες και τις δυσκολίες της ζωής τους. Η γνησιότητα αυτών των ανθρώπων σχετίζεται και με το χώρο: ο συγγραφέας είχε ταυτίσει την παρουσία τους με το συγκεκριμένο καφενείο. Συνεχίζοντας τις συγκρίσεις, ο συγγραφέας επισημαίνει το γεγονός ότι αυτοί οι πρόσφυγες διατηρούν πιο καθαρά τα χαρακτηριστικά της ράτσας τους και την ψυχή τους από τους διεσπαρμένους (: μετανάστες), στους οποίους ανήκει και ο συγγραφέας. Παρότι οι περισσότεροι από αυτούς γεννήθηκαν στην ίδια πόλη με το συγγραφέα, στη Θεσσαλονίκη, διατηρούν πιο καθαρή τη ράτσα τους. Η λέξη «ράτσα» στη σύγχρονη εποχή λειτουργεί αρνητικά γιατί παραπέμπει στο ρατσισμό και στην πολιτική των φυλετικών διακρίσεων. Ωστόσο, στο κείμενο έχει διαφορετικό ρόλο και δηλώνει μια πληθυσμιακή ομάδα Ελλήνων που κατάγεται από κάποια συγκεκριμένη περιοχή και έχει κάποιες διαφορές από τους άλλους είτε γλωσσικές είτε εξωτερικών χαρακτηριστικών. Η αναφορά λοιπόν στον όρο «ράτσα» σχετίζεται με την περιγραφική διάκριση των ανθρώπων ανάλογα με τον τόπο καταγωγής τους. Επιπλέον, η λέξη «ψυχή» δηλώνει τα εσωτερικά γνωρίσματα των ανθρώπων, τα στοιχεία του ψυχισμού τους. Οι αξίες και ο τρόπος ζωής αυτών των ανθρώπων μέσα στους προσφυγικούς συνοικισμούς τους βοήθησαν ν’ αντισταθούν σε κάθε μορφή αλλοτρίωσης και να διατηρήσουν αναλλοίωτα τα χαρακτηριστική τους. Σε κάποιο άλλο περιβάλλον «μοιάζουν αλλιώτικοι», αφού προσπαθούν να προσαρμοστούν σε διαφορετικές καταστάσεις. Μέσα στους προσφυγικούς συνοικισμούς όμως φαίνονται πιο γνήσιοι καθώς η επικοινωνία τους είναι αληθινή και η συμπεριφορά τους αυθόρμητη.
Σ’ αυτήν την πρώτη ενότητα, εκτός από τα πρόσωπα των παιδιών και των μεγάλων, παρουσιάζεται και το πρόσωπο του ίδιου του συγγραφέα, ο οποίος μιλάει σε α΄ πρόσωπο και ταυτίζεται με τους μεγάλους («οι περισσότεροι γεννήθηκαν εδώ σ’ αυτή την πόλη, όπως κι εγώ»).


Β΄ ενότητα: «Η αλήθεια πάντως είναι … είναι διαπίστωση»→ οι ράτσες των προσφύγων.
Στην ενότητα αυτή ο συγγραφέας αναφέρεται στις διάφορες ράτσες προσφύγων που ήρθαν στην ελληνική επικράτεια μετά τη μικρασιατική καταστροφή του 1922, παρουσιάζοντας κυρίως ορισμένα εξωτερικά χαρακτηριστικά που τις διαφοροποιούν. Προκειμένου η αναφορά του αυτή να μη γίνει μια ξερή και κουραστική απαρίθμηση, επινοεί το τέχνασμα της ικανότητάς του να αναγνωρίζει τις διάφορες ράτσες, κάτι που το δηλώνει σε πολλά σημεία: «έχω φοβερά εξασκηθεί … όπου κι αν είμαι … τον διακρίνω από μακριά … σπανίως θα πέσω έξω … είμαι ολότελα αλάνθαστος … έχω τόση πεποίθηση». Μέσα από τα ονόματα των προσφύγων παίρνουμε πληροφορίες και για τις περιοχές από τις οποίες προέρχονταν, δείχνοντας ότι ο ελληνισμός στην περιοχή της Ανατολής είχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο και όλοι οι πρόσφυγες κουβαλούν μια βαριά πολιτιστική κληρονομιά. Αναφέρεται πρώτα στους Ποντίους με τη χαρακτηριστική ομιλία και την ιδιαίτερη εμφάνιση, στη συνέχει στους Καραμανλήδες, αυτούς που προέρχονταν από την περιοχή της Καραμανίας στην Καππαδοκία, στους Καυκάσιους, στους Μικρασιάτες, οι οποίοι προέρχονταν κυρίως από τα παράλια και στους Κωνσταντινουπολίτες, είτε από μέσα είτε από τα περίχωρα. Τέλος, αναφέρεται και στους Θρακιώτες που προέρχονταν από την Ανατολική Θράκη και για τους οποίους επισημαίνει ότι «ίσως εγώ να την έχω συνηθίσει (την προφορά τους)», υπαινισσόμενος ότι η οικογένειά του καταγόταν από αυτή την περιοχή. Όλα αυτά τα ονόματα δεν παίζουν κανένα ρόλο, ούτε μπορούν ν’ αποτελέσουν διαχωριστική γραμμή, αφού όλοι οι πρόσφυγες έχουν το κοινό στοιχείο της εγκατάλειψης των πατρίδων και της μετεγκατάστασής τους στη νέα πατρίδα, την κυρίως Ελλάδα.
Ο συγγραφέας παρά το γεγονός ότι εκφράζει την πεποίθησή του για την ικανότητά του να αναγνωρίζει τις ράτσες, χρησιμοποιεί τρεις φορές το ρήμα μπερδεύω: «Οι Θρακιώτες … ευκολότερα μπερδεύονται … μπερδεύονται κυρίως μ’ αυτούς … όταν τους μπερδεύω …». Αυτές οι επισημάνσεις του συγγραφέα δείχνουν ότι στη νέα πατρίδα και πιο συγκεκριμένα στη Θεσσαλονίκη, που δέχτηκε μεγάλους πληθυσμούς προσφύγων, υπήρξε ένα πληθυσμιακό ανακάτωμα και μια αφομοίωση των ανθρώπων με το πέρασμα του χρόνου και τις σχέσεις μεταξύ των διαφόρων πληθυσμιακών ομάδων.

Γ΄ ενότητα: «Κι όμως πόση συγκίνηση … να ήταν έτσι η αλήθεια»→ τα συναισθήματα του συγγραφέα απέναντι στους πρόσφυγες
Ο συγγραφέας παρουσιάζει εδώ τα συναισθήματα που τρέφει από την επαφή του με τους πρόσφυγες. Αρχικά, δίνεται μια γενική συναισθηματική κατάσταση, «Κι όμως πόση συγκίνηση … », και στη συνέχεια η στάση του συγκεκριμενοποιείται: μεθώ, χαίρομαι, ανατριχιάζω, κύμα ζεστό, λαχτάρα, ευχαρίστηση, μυστήριο και αγάπη. Ο συγγραφέας εκφράζει την επιθυμία να αγκαλιάσει όλους αυτούς τους αληθινούς και αυθεντικούς ανθρώπους που αξίζουν την αγάπη. Φέρνει στο νου του ονόματα από σβησμένους λαούς και χώρες. Οι περιοχές από τις οποίες προέρχονταν οι πρόσφυγες είχαν δεχτεί ελληνικές φυλές από τα πανάρχαια χρόνια (Ίωνες, Αιολείς, Δωριείς). Άλλοι λαοί εκείνων των περιοχών δεν χάθηκαν αλλά αφομοιώθηκαν με τους Έλληνες και επιβιώνουν στο αίμα αυτών των προσφύγων, χωρίς οι ίδιοι να το ξέρουν. Έτσι, ακόμα και λαοί που φαινομενικά χάθηκαν, ουσιαστικά “ζουν” μέσα σ’ αυτούς τους πρόσφυγες: αρχαίοι Θράκες, Χετταίοι, Φρύγες, όμορφοι Λυδοί. Οι πρόσφυγες για το συγγραφέα είναι η αφορμή για να γνωρίσει τη δική του ράτσα ως παιδί προσφύγων. Χαίρεται όταν κοιτάζει τις φυσιογνωμίες τους και ανατριχιάζει στη σκέψη ότι αυτός που του μιλά είναι άνθρωπος της φυλής του. νομίζει ότι γύρισε επιτέλους στην πατρίδα. Γι’ αυτόν πατρίδα δε σημαίνει τον τόπο γέννησής του αλλά τον τόπο καταγωγής των γονέων του έστω και αν αυτός δεν τον έχει γνωρίσει. Εκφράζει όμως την έντονη επιθυμία του να επιστρέψει στον τόπο καταγωγής του. Βλέποντας τις «αδρές και τίμιες φυσιογνωμίες» των προσφύγων νιώθει περήφανος για την καταγωγή του και θεωρεί αυτούς τους ανθρώπους πρότυπα. Το αίμα που ρέει στις φλέβες του «από κει μονάχα τραβάει»∙ πρόκειται για μια εσωτερική φωνή, μια δύναμη που τραβάει τους πρόσφυγες και τα παιδιά τους προς τις μακρινές, χαμένες πατρίδες. Αυτό το αίμα, η ζωντανή μνήμη, τον δένει με μια πατρίδα που δε γνώρισε. Έτσι, κάθε φορά που συναντά πρόσφυγες φορτίζεται συναισθηματικά, αφού θυμάται την κοινή πατρίδα, έστω και αν δεν τη γνώρισε. Με αφορμή την αναφορά του στο “αίμα”, διατυπώνει και τη θέση του για τις δύο υποστάσεις του ανθρώπου: την υλική («τρώει και πίνει») και την άυλη, την εσωτερική – ψυχική («όλη αυτή η λαχτάρα»). Η αναφορά του στο “αίμα” γίνεται με μεταφορά και ιδιωτισμό: «Το αίμα μου από κει μονάχα τραβάει».

Δ΄ ενότητα: «Κι όμως τα τελευταία χρόνια … πολύ αργά νομίζω»→ ο διασπαστικός ρόλος των γραφειοκρατών
Η ενότητα αυτή αρχίζει με το αντιθετικό “όμως” και χαρακτηρίζεται από ένα εντελώς διαφορετικό κλίμα. Τα ευχάριστα συναισθήματα που εξέφρασε ο συγγραφέας στην προηγούμενη ενότητα αντικαθίστανται εδώ από οργή και θυμό. Το καλό ήθος των προσφύγων, έτσι όπως το παρουσίασε ο συγγραφέας, αποτέλεσε ένα στοιχείο εκμετάλλευσής τους από αυτούς που φοβούνται την ενότητά τους. Η συνοχή τους και ο ψυχικός δεσμός τους διαλύθηκαν από κάποιες εξουσιαστικές δυνάμεις, που έσπειραν ανάμεσα στους πρόσφυγες τη διχόνοια και τους οδήγησαν στον αλληλοσπαραγμό. Όμως οι πρόσφυγες έδειξαν τη δύναμη που τους χαρακτηρίζει και επειδή αποτελούν τρόμο για τους γραφειοκράτες, προσπαθούν να τους διώξουν, αυτή τη φορά, ως μετανάστες (ο συγγραφέας κάνει λόγο για το μεταναστευτικό κύμα των Ελλήνων, κυρίως προς τη Δ. Γερμανία, στις δεκαετίες 1950-1960). Με καυστικό τρόπο, ο συγγραφέας δίνει ένα ράπισμα στους κρατικούς φορείς που όχι μόνο δεν αξιοποίησαν αυτό το δημιουργικό κομμάτι των προσφύγων αλλά προσπάθησαν και να το διασπάσουν. Δείχνει έτσι τη νοοτροπία που επικρατούσε τότε στην Ελλάδα, όταν οι πρόσφυγες θεωρούνταν ξένο σώμα που ήρθε να ταράξει τα γαλήνια νερά του κατεστημένου. Η αποτυχημένη προσπάθεια για διχόνοια μεταξύ των προσφύγων οδήγησε τους “γραφειοκράτες” σε μια άλλη πρακτική: τη μετανάστευση. Έτσι, αφού αρχικά οι πρόσφυγες αναγκάστηκαν να νιώθουν ξένοι στην ίδια τους τη χώρα, οδηγήθηκαν σταδιακά στη μετανάστευση.
(Καλό είναι να γίνει η διάκριση πρόσφυγα-μετανάστευση. Πρόσφυγας είναι αυτός που εξαναγκάζεται να εγκαταλείψει την πατρίδα του και να καταφύγει σε άλλη χώρα ή στη χώρα εθνικής του προέλευσης. Μετανάστης είναι αυτός που εγκαταλείπει με τη θέλησή του τη χώρα του και εγκαθίσταται σε μια άλλη αναζητώντας καλύτερη τύχη ή επειδή πιέζεται από πολιτικές καταστάσεις)
Ο συγγραφέας, προκειμένου να εκφράσει την έκρηξη και την οργή του γι’ αυτή την κατάσταση, χρησιμοποιεί σκληρούς χαρακτηρισμούς («οι εγκληματίες») και ρήματα που δηλώνουν ψυχική ένταση («να σκορπίσει … εκμεταλλεύτηκαν … τους εξώθησαν … να ξεφορτωθούν»)


Ε΄ ενότητα: «Κάθε φορά που φεύγω … αταξίες»→ η μοναξιά στο πλήθος
Ο συγγραφέας από την προσφυγιά περνάει τώρα σ’ ένα άλλο κοινωνικό φαινόμενο που ακολούθησε: τη μοναξιά. Ιδιαίτερα μάλιστα τη μοναξιά του ανθρώπου των μεγάλων αστικών κέντρων. Ο συγγραφέας δεν ακολούθησε την ξενιτιά, όπως έκαναν πολλοί άλλοι “δικοί του άνθρωποι” αλλά οδηγήθηκε σε μια μοναχική πορεία μέσα στην ανωνυμία του πλήθους της μεγαλούπολης. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής έχει κάνει το συγγραφέα να νιώθει “ολομόναχος, ξένος, παράξενος”, να έχει χάσει την ταυτότητά του: “χάνομαι στις μεγάλες αρτηρίες”. Όπως λοιπόν ο πρόσφυγας νιώθει μόνος ανάμεσα στους ξένους, έτσι και ο σύγχρονος άνθρωπος νιώθει μόνος και αλλοτριωμένος ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους. Ο παραλληλισμός όμως δε σταματά εκεί. Όπως οι πρόσφυγες αντιμετώπισαν τη μοναξιά κατά την ένταξή τους στη νέα πραγματικότητα, έτσι και οι σύγχρονοι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τη μοναξιά μέσα στον ίδιο τους τον τόπο. Ωστόσο, οι πρόσφυγες μέσα στους συνοικισμούς τους προσπαθούν ενωμένοι να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα και τις καχυποψίες ενώ οι σύγχρονοι άνθρωποι δεν προσπαθούν για τίποτα τέτοιο και η εξωτερική πραγματικότητα είναι απογοητευτική. Αυτή η απογοήτευση και η παραίτηση εκφράζεται με στοιχεία της προσωπικής ζωής του συγγραφέα: « Μέσα στους ξένους και στα ξένα πράγματα ζω διαρκώς … Συγκατοικώ με ανθρώπους που αδιαφορούν τελείως για μένα, κι εγώ γι’ αυτούς …». Η απόλυτη αποξένωση. Αυτά τα γνωρίσματα του σύγχρονου τρόπου ζωής παρουσιάζονται με γλωσσικές και λεξιλογικές επιλογές όπως «μεγάλες αρτηρίες … ανάβει το κόκκινο … σταματούν τα’ αυτοκίνητα … το πλήθος εξακολουθεί να περπατά …περιστρέφονται οι διαβάτες … οι μηχανές … ακούω χιλιάδες βήματα στο πλακόστρωτο». Χαρακτηριστική είναι και η επιλογή των εικόνων: «οι μεγάλες αρτηρίες … όταν ανάβει κόκκινο και τ’ αυτοκίνητα σταματούν», «το πλήθος εξακολουθεί να περπατά …», « Σταματώ στη μέση του πεζοδρομίου … οι διαβάτες», «Τώρα που δεν εμποδίζουν … στο πλακόστρωτο». Χρησιμοποιούνται ακόμα παρομοιώσεις (οι μεγάλες οδικές αρτηρίες με τ’ αυτοκίνητα παρομοιάζονται με αρτηρίες του κυκλοφορικού συστήματος με “ερυθρά και λευκά αιμοσφαίρια να κυκλοφορούν”) (“κι όπως στο κούτσουρο που κόβει το νερό, … οι διαβάτες”) και αντιθέσεις (το καφενείο είναι ο χώρος ανθρώπινης επικοινωνίας και συνοχής των προσφύγων σε αντίθεση με τις μεγάλες αρτηρίες, που είναι ο τόπος απομόνωσης των αστών). Μέσα σ’ αυτή την ανωνυμία και το απρόσωπο πλήθος ο συγγραφέας νιώθει να επιβιώνουν μέσα του τα πολιτιστικά στοιχεία της ράτσας του: «Της Γονατιστής … βόμβο». Ακόμα και σ’ αυτό το πολύβουο ανθρώπινο ποτάμι, οι πρόγονοι και η αναζήτησή τους είναι μέσα του, φωλιάζουν στην ψυχή του.


ΣΤ΄ ενότητα: «Γι’ αυτό ζηλεύω … τριγύρω»→ επίλογος
Η απομόνωση και η μοναξιά του σύγχρονου τρόπου ζωής κάνει το συγγραφέα να ζηλεύει όλους εκείνους που ζουν μόνιμα στον τόπο τους μαζί με τους δικούς τους και τα πράγματά τους. Η αμφισβήτηση της ποιότητας του σύγχρονου πολιτισμού τον κάνει να αναζητά τη ζεστασιά σ’ ένα προσφυγικό συνοικισμό με ανθρώπους της ράτσας του. είναι προτιμότερη η ζωή του πρόσφυγα που έχει κάποιους ανθρώπους να επικοινωνήσει παρά η ζωή μέσα στη μοναξιά του σύγχρονου κόσμου.



Τεχνική
 
Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το λεξιλόγιο της καθημερινής γλώσσας με λέξεις που επιτυγχάνουν ακρίβεια και σαφήνεια. Κυριαρχούν οι κύριες προτάσεις και οι μικρές περίοδοι με αρκετά σημεία να συνδέονται αντιθετικά. Η αντίθεση είναι και το κυριότερο εκφραστικό μέσο που χρησιμοποιείται ενώ συναντάμε και άλλα σχήματα λόγου όπως παρομοιώσεις («κάτι σα ζεστό κύμα … σα να κυκλοφορούν ερυθρά και λευκά αιμοσφαίρια … όπως το κούτσουρο… σα να ’ναι τίποτα κακοποιοί»), μεταφορές («απ’ την καρδιά της Πόλης … ζεστή προφορά … ανθούν ανάμεσά μας … να φαγωθούν μεταξύ τους») και προσωποποιήσεις («τα ονόματα δειλιάζουν … τους πληροφορεί το αίμα»)
Το ύφος του κειμένου είναι απλό, χωρίς μελοδραματισμούς και συναισθηματισμούς, με εξομολογητικό τόνο. Η χρήση του α΄ προσώπου δίνει αμεσότητα και ζωντάνια ενώ η χρήση β΄ και γ΄ προσώπου προσδίδει ποικιλία στο λόγο και φανερώνει την επιθυμία του συγγραφέα να επικοινωνήσει με τον αναγνώστη και να διατυπώσει κάποιες θέσεις αντικειμενικά. Ο αφηγητής ταυτίζεται με το συγγραφέα και μιλώντας σε α΄ πρόσωπο αναφέρεται σε ένα προσωπικό βίωμα. Είναι παρών μέσα στην αφήγηση (δραματοποιημένος) και βλέπει τα πράγματα από τη δική του οπτική γωνία (αφήγηση με εσωτερική εστίαση). Συμμετέχει στα δρώμενα και αφηγείται σε α΄ πρόσωπο (χρησιμοποιεί δηλαδή μίμηση ως τρόπο αφήγησης). Σε μερικά σημεία μάλιστα αυτοβιογραφείται καθώς ταυτίζεται με τους πρόσφυγες και εντάσσει τον εαυτό του στους διεσπαρμένους ενώ τον παρουσιάζει μέσα στην αποξένωση του σύγχρονου τρόπου ζωής.

Απαντήσεις στις ερωτήσεις του
σχολικού βιβλίου
 
 

1)      Πρόσφυγες: οι πληθυσμοί που εξαναγκάζονται να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους ή τον τόπο μόνιμης κατοικίας τους και να καταφύγουν σε μια ξένη χώρα ή στη χώρα εθνικής τους προέλευσης. Ο συγγραφέας συμπεριλαμβάνει στον όρο και τα παιδιά των προσφύγων ακόμα κι αν αυτά δεν έχουν γνωρίσει τον τόπο καταγωγής τους. Ο όρος “πρόσφυγες” έχει και στις μέρες μας την ίδια έννοια
Ράτσα: μια πληθυσμιακή ομάδα που κατάγεται από κάποια συγκεκριμένη περιοχή και τα μέλη της δένονται με κοινά ήθη, έθιμα, παραδόσεις και γλώσσα. Σήμερα ο όρος συνδέεται με φυλετικές διακρίσεις και την ιδεολογία του ρατσισμού
Πατρίδα: για το συγγραφέα, πατρίδα δεν είναι ο τόπος γέννησης αλλά ο τόπος καταγωγής των γονέων, ακόμα και αν κάποιος δεν έχει γνωρίσει αυτόν τον τόπο. Σήμερα, ως πατρίδα νοούμε τον τόπο γέννησης και τη χώρα που ζούμε ως πολίτες.

2)      Οι πρόσφυγες είναι οι δικοί του άνθρωποι, εκείνοι που έχουν ισχυρούς δεσμούς και έχουν διατηρήσει την αυθεντικότητα και τη γνησιότητα, μακριά από την αλλοτρίωση των σύγχρονων πόλεων. Αυτή η αλλοτρίωση χαρακτηρίζει τον κόσμο της πόλης, στον οποίο οι άνθρωποι ζουν απλώς συμβατικά και ακολουθούν τυποποιημένες σχέσεις
α. Ο συγγραφέας ταυτίζεται με τους πρόσφυγες και μιλώντας γι’ αυτούς είναι σα να μιλάει για τον εαυτό του, αυτοβιογραφείται. Εκτός από τη χρήση του α΄ προσώπου αυτοβιογραφείται και σε άλλα σημεία όπως: συχνάζει στο ίδιο καφενείο με τους πρόσφυγες, εντάσσει τον εαυτό του στους διεσπαρμένους, αναζητάει τη δική του ράτσα, παρουσιάζεται μόνος μέσα στο πλήθος και επικοινωνεί μόνο με τους προγόνους
β. Παρά το γεγονός ότι ο συγγραφέας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, θεωρεί ως πατρίδα του την Ανατολική Θράκη, γενέτειρα των γονιών του. Σ’ αυτή του την άποψη τον ωθούν συγκεκριμένοι λόγοι:
- Γνώρισε τους ανθρώπους της Ανατολικής Θράκης, τους πρόσφυγες και κατανόησε το χαρακτήρα και τη γνησιότητά τους.
- Πιστεύει ότι οι πρόσφυγες κουβαλούν αξίες ενός κόσμου πιο αγνού και ανθρώπινου
- Το ασφυκτικό περιβάλλον της μεγαλούπολης του δημιουργεί τάσεις φυγής

3) Ο συγγραφέας νιώθει όλους τους προγόνους μέσα του καθώς αναζητά την επικοινωνία με τους «δικούς του ανθρώπους», τους πρόσφυγες και λαχταράει την επιστροφή του στα χώματα των προγόνων. Δείχνει επίσης τη θέληση να συνεχίσει το έργο τους αφού γνωρίζει πολύ καλά τόσο τα γνωρίσματα αυτών των ανθρώπων (εξωτερικά και γλωσσικά) όσο και το σύνολο των πολιτισμικών στοιχείων των προσφύγων. Ως προς το τρίτο σημείο του χωρίου του Καζαντζάκη φαίνεται ότι ο συγγραφέας μάλλον αισθάνεται απογοήτευση και αδιέξοδο αφού ο τρόπος ζωής στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις οδηγεί στην απομάκρυνση από τις αξίες της ράτσας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου